Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Nibelungen - Φαίδρος Μπαρλάς


 

GLORIA VICTIS - Nibelungen 
του Φαίδρου Μπαρλά

Ι

Ερείπια και φλόγες και στάχτες και στάχτες-
και στάχτες άλλες επάνω στις στάχτες
παντού….

Είναι μια φούχτα από τρελλούς που πολεμάνε
αποδιωγμένοι απ’ τον θεό και τους ανθρώπους -
μια φούχτα από τρελλούς που τους εμέθυσε
το αίμα τους που τρέχει σαν ποτάμι!..

Μη ζητάς την ψυχή μου, το πνεύμα μου-
τα κατάπιε ο πόνος!
Άκου μόνο το ρυθμό του αίματός μου,
πώς κυλάει, πώς κοχλάζει στις φλέβες μου!..

ΙΙ

Μια λάμψη είναι χυμένη στα μαλλιά τους -
κι αστράφτουν τα σπαθιά ξεγυμνωμένα.
Μικρούλα  Γκραίτχεν, χαιρετίσματα απ’ τον Ζήγκφρηντ!
Ο Ζήγκφρηντ καβαλλάρης πάει στον θάνατο!

Και πίσω του, για δες, ένα σιφούνι
ολόξανθα παιδιά στεφανωμένα
από το φως της χειμωνιάτικης αυγής
πάνε μαζί του να πεθάνουν!..

Ω ποιητή, με τα κυματιστά μαλλιά και τ’ ανοιχτό
λευκό πουκάμισο, που αναπαύεσαι στην Βάιμαρ,
γράψε το τρυφερώτερο ελεγείο σου γι’ αυτά
τα ολόξανθα παιδιά που θα πεθάνουν…

Κι εσείς, τα κοριτσόπουλα του Ρήνου,
αφήσετε τα δάκρια σας να τρέξουν
στου γερο-ποταμού σας τα νερά!
Κ’ ελάτια εσείς των σκοτεινών δασών του Τύριγκεν
αναστενάξτε για τον θάνατο του Ζήγκφρηντ…

ΙΙΙ

Υπάρχει μόνο μια φλόγα που απλώνεται
όσο που φτάνει το μάτι σου
κ’ ερημώνει τον κάμπο…

Σχεδιάζουν αλλόκοτα σχήματα οι ανταύγειες της φλόγας,
χορεύουν στις λάμψεις τα βαθυπράσινα
δέντρα των Άλπεων -
στη ρίζα τους θρηνούν οι Βαλκυρίες…

IV

Το αίμα μου έφυγε στάλα την στάλα·
πεθαίνει το κρύο φως της αυγής -
πεθαίνω και γύρω μου όλα πεθαίνουν…
Όμως, βαθιά μες στο μέλλον -
γοργά περνάει μια τρεμάμενη οπτασία -
άλλα ξανθά γαλανομάτικα παιδιά
διαβάζουν σκυμμένα έναν τόμο χοντρό·
κι όταν φτάσουν στην τελευταία σελίδα,
μια κρύα φλόγα καταυγάζει το βλέμμα τους -
και τ’ ορθώνουν ψηλά,
στητό σαν τα έλατα του Μαύρου Δρυμού.

V

Μικρούλη μου, εγώ θα πεθάνω…
Πάρε τώρα εσύ την σιδερένια σκυτάλη!
Την έδωσαν οι Βίκιγκς στους ιππότες
του μακρυνού Μεσαίωνα - κ’ εκείνοι
την παραδώσανε στον βασιλιά τον Βαρβαρόσσα.
Την πήρε ύστερα ο Μεγάλος Φρειδερίκος
κι από γενιά τραβάει σε γενιά…

Μικρούλη, πρόσεξε τι γράφει αυτή η σκυτάλη:

ΞΕΡΙΖΩΣΕ ΤΟΝ ΟΙΚΤΟ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ,
ΚΥΝΗΓΑ Τ’ ΑΠΛΗΣΙΑΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ-
ΚΑΙ Ν’ ΑΠΟΦΕΥΓΗΣ ΤΑ ΠΑΖΑΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ!


πηγή


Ristorante Verona

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Ποίημα του Αδόλφου Χίτλερ: Ο Βόταν και οι Ρούνοι





Πηγαίνω μερικές φορές, τις ἄγριες νύχτες,
Στην Ἀριά του Βόταν, στο ἤσυχο ἄλσος,
Για να σφυρηλατήσω μια συμμαχία
Με τις μυστήριες δυνάμεις.
Οι Ρούνοι, ὠς δια μαγείας, μου ἐμφανίζονται
Ὑπό το Σεληνόφως.
Και ὄλοι ὄσοι κατά τη διάρκεια της ἠμέρας
Ἤταν γεμάτοι ἀναίδεια,
Θα γίνουν ἀσήμαντοι μπροστά
Στη μαγική φόρμουλα!
Τραβούν λαμπερά σπαθιά,
Μα ἀντί να πάνε να πολεμήσουν
Μεταμορφώνονται σε σταλαγμίτες.
Κατ’ αὐτόν τον τρόπο, οι κίβδηλοι
Ξεχωρίζουν ἀπό τους αὐθεντικούς.
Κατέκτησα τη φωλιά του Λόγου
Δίνοντας, ἔπειτα, στους ἀρίστους και δικαίους,
Με τη φόρμουλα μου,
Εὐλογία και εὐημερία.
                                           
Ἀδόλφος Χίτλερ

Γραμμένο το ἔτος 1915 



RV

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Παζαρεύουν δειλοί στην ψυχή άνδρες για το κέρδος του χρυσού στις αγορές που είναι γεμάτες από κόσμο, τα παιδιά σου, Ηρακλή!



Ελλάς! Ξέπεσες με τους καταπράσινους λόφους σου,
τους γεμάτους ανθισμένες κληματαριές, τους σκεπασμένους από άγιες δάφνες
στα νερά του Ωκεανού, χτυπημένη από τη φοβερή αιγίδα
του νεφεληγερέτη Δία, που των δειλών λαών την καταστροφή
εκσφενδονίζει με θυμωμένο χέρι από τα συννεφιασμένα ύψη του Ολύμπου.
Δελφοί, υπέροχη πόλη, πού είσαι, από λαό γεμάτη,
που το άγιο άλσος περιδιαβαίνει ο Φοίβος Απόλλων,
του προφήτη θεού; Πού είσαι εσύ, ωραία Αθήνα,
του Κέκροπα υπέροχο κάστρο, στολισμένο με υπερήφανους ναούς,
που με μεγάλους θόλους σε κολώνες που τείνουν προς τον ουρανό,
στηρίζονται, όμορφα λαξευμένες, κατανεμημένες σε ωραίες σειρές;
Αχ, οι ναοί γκρεμίστηκαν, γκρεμίστηκαν τα όμορφα αγάλματα, 
που από το κομμάτι του μαρμάρου με τα σοφά και επιδέξια χέρια
τα έκανε να ξεπροβάλλουν ο καλλιτέχνης, και πώς η βασική κολώνα
γκρεμίστηκε στην κύρια είσοδο· έτσι έπεσε και των ανδρών της Αχαΐας το θάρρος στα στήθη, το θάρρος εκείνο που κάνει τους θνητούς ομοίους με τους θεούς.
Ελλάς, δεν σε αναγνωρίζω! Παζαρεύουν δειλοί στην ψυχή άνδρες
για το κέρδος του χρυσού στις αγορές που είναι γεμάτες από κόσμο,
τα παιδιά σου, Ηρακλή! Και σκύβουν θεληματικά τον αυχένα 
κάτω από τον ζυγό της ντροπής, ο οποίος στους γενναίους είναι πιο μισητός,
από τον θλιβερό θάνατο και την μαύρη σκιά του Άδη.
[...]

Ω Ελλάς! Καημένη Ελλάς!
Ας επιτρεπόταν στις σκιές, τις σκοτεινές, την αξιαγάπητη ζωή
ξανά αναπνέοντας, να δουν ακόμη μία φορά του φωτοδότη Φοίβου
το αστέρι που λάμπει την ημέρα· 
[...]

Αυτά λοιπόν οι άνδρες. Όμως τώρα, εσείς γενναία παιδιά της Ύδρας,
ας οργανώσουμε τα στρατεύματα, στολισμένα με τα γυαλιστερά όπλα,
που στερήθηκαν για πολύ καιρό οι γενναίοι άνδρες. Οι ιερείς
προσφέρουν αγία θυσία στους αθανάτους Θεούς·
τα κεριά ήδη φέγγουν καθαρά,το θυμίαμα ανεβαίνει στον ουρανό,
και με ευλαβική προσευχή, τον άγιο σταυρό στα χέρια,
ευλογεί ο επίσκοπος τον λαό που συνωστίζεται γύρω από την όχθη,
γονατίζοντας  σε σιωπηλό κύκλο. Αφουγκράσου! Βροντώντας ανακοινώνουν από την θάλασσα
τρεις φορές την χαρούμενη πορεία τα βάραθρα που φέρνουν καταστροφές· 
δυνατά αντηχεί η φωνή των αρχηγών και υπόκωφο μουρμούρισμα
ακούγεται και πάλι στην θάλασσα!

Απόσπασμα από το ποίημα "Die Hydrioten" (Οι Υδραίοι) του Γερμανού ποιητή Ερνστ Γκρόσσε, από το βιβλίο "Ο γερμανόφωνος φιλελληνισμός μέσα από την ποίηση", εκδ. Κυρομάνος)


RV

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι… των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι




Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Κωστής Παλαμάς

πηγή


RV

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Άτιτλο ποίημα νο.6 του Dr Joseph Goebbels από την νουβέλα του «Michael»



Γονάτισα μπροστά σου
Και ζήτησα
Την ψυχή σου.
Μου την έδωσες.
Την κλείνω μέσα
Στα δυο μου χέρια,
Και θέλω να την φυλάξω σαν θησαυρό
Μην τυχών και σπάσει.
Τόσο κομψή και ντελικάτη,
Σαν Νοτιάς
Που τραγουδά απαλά
Κάποιο καλοκαιρινό δειλινό,
Πάνω στο ζεστό σου μέτωπο.




RV

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

GLORIA VICTIS - Γράμμα από το Ανατολικό Μέτωπο





του Φαίδρου Μπαρλά



Πώς περνούσε μιαν άνοιξη στο Παρίσι ο θρίαμβος!
Μες στις γκρίζες στολές, νικητές παρελάσαμε!..

Όνειρό μου γλυκό μες στα χιόνια,
τα τραγούδια, τ’ αρχαία βιβλία…

Μεγαλώσαμε σαν τα παιδιά
που δεν τ’ αγαπάει κανείς,
γιατί έχουν κακό χαρακτήρα·
και σαν τα μαλώνη ο δάσκαλος
και τα κοιτάν οι κοπέλλες
κρύα κι αδιάφορα,
αυτά ονειρεύονται νίκες
και στεφάνια από φύλλα χλωρά…
— — —
Έμποροι, κλόουν, μαρξιστές διανοούμενοι,
δικηγόροι, τροττέζες, αρτίστες ωχροί,
μας κοιτάν απ’ τα δυο πεζοδρόμια -
όσο εμείς προχωρούμε
νικητές στο Παρίσι…

Τα βήματά μας στις πλάκες
είν’ ένα νέο τραγούδι,
ένας νέος ρυθμός.

Ένας νέος ρυθμός, βαρύς και μονότονος,
που ποτέ δεν ακούστηκε ως τώρα
και ποτέ δεν θα πάψη ν’ ακούγεται,
όσο υπάρχουνε χώρες ασκλάβωτες,
σύνορα απέραστα, όνειρα ανέγγιχτα:
— Όχι μόνο «ως εδώ», ούτε μόνο «ως εκεί»,
μα πιο πέρα και πάντα πιο πέρα!..
— — —
Πιο πέρα και πάντα πιο πέρα!-
καρδιά μου, να μην κουραστής!..

Όταν ήμουν παιδί,
ωρκίστηκα νάμουν ο άνεμος,
νάμουν το άσπιλο
κι άσπλαχνο χιόνι.

Ένα βράδι μας έλεγε κάποιος εβραίος
για «Ελευθερία» και «Δίκαιο»·
μετά μας ρώτησε
                                αν
                                        καταλάβαμε..

Τότε ο Χανς είπε κάποιο τραγούδι
που μας γέμισε όλους θλίψη αβάσταχτη·
κ’ έτσι ακούγαμε:
Πάντα πιο πέρα!
σαν τη φωτιά που την παίρνει ο αέρας
Πάντα πιο πέρα!..
— — —

Για σένα, το γέννημα κρύας αυγής,
για σένα, που δεν σ’ ενδιαφέρουν οι «Δίκαιοι»,
για σένα, που ξέρεις ποια έκσταση κρύβεται,
ποιο αθώο τραγούδι, ποια καρδιά παιδική,
πίσω απ’ αυτό που το λένε «Σκληρότητα»,
πίσω απ’ αυτό που το λεν «Αδικία»,
ψυχή μου, με μόχθο και κούραση σ’ έκανα
σαν το έλατο μαύρη, ψηλή κι αυστηρή!
Όπου πας, δεν θα βρης ένα χέρι να σφίξης-
όπου πας, δεν θα βρης παρά μόνο το μίσος!

Ω μεθύσι: Από δω μοναχός νάσαι συ -
κι από κει νάν’ οι άλλοι!..
— — —
Μαρίχεν, το τζάκι πυρώνει τις δυο
ξανθές σου πλεξούδες…
Ίσως έχω πεθάνει εδώ μες στο κρύο…

Χθες σκοτώθηκε ο Φριτς και το βράδι τον θάψαμε
σαν σκυλί ορφανό μες στ’ απέραντο χιόνι…

Λιγοστεύουμε…
Ο Θάνατος περνάει και θερίζει -
κ’ ένα πλήθος εκείνοι δαιμόνοι απ’ το χάος…

Μαρίχεν, τραγούδα στο λίκνο σιγά,
τραγούδα και πάλι τ’ αρχαίο τραγούδι
για τον γέρο αϊτό που πληγώσαν οι άνθρωποι―


για τον γέρο αϊτό που τα σύννεφα ώριζε
και που εζούσε στ’ απάτητα βράχια―

για τον γέρο αϊτό που κανείς δεν αγάπησε
και που μόνος του τώρα πληγωμένος πεθαίνει…
— — —
                        Λάσπη και κρύο…
                        Άλλος μακρύτερος
                        δρόμος δεν είναι
                        από τον δρόμο
                        του γυρισμού…

                        Θυμάσαι, αγάπη μου,
                        τις ασημένιες
                        καμπάνες πούλεγαν
                        για την κατάληψη
                        του Παρισιού;..

                        Έλαμπε ο ήλιος
                        του ανθισμένου
                        καλοκαιριού -

                        και προχωρούσαμε
                        προς την κοιλάδα
                        του Ροδανού…



Ristorante Verona

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Αντί περιτομής την ψήφο



Του Φαύνου η σάρκα δε μας ανήκει, 
Μήτε του αγίου τ’ όραμα. 
Αντί όστιας έχουμε τον Τύπο∙ 
Αντί περιτομής την ψήφο. 

Ίσοι κατά το νόμο, οι πάντες, 
Απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο, 
Επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο 
Να μας κυβερνήσει. 

Ezra Weston Loomis Pound

RV

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

EZRA POUND



Ezra Weston Loomis Pound


Τα «πάντα ρει» 
Λέει ο σοφός Ηράκλειτος∙ 
Μια κακόγουστη όμως φτήνεια 
Θα επιβιώσει από τις ημέρες μας. 

Ακόμη κι η Χριστιανική ομορφιά 
Αποστατεί – μετά τη Σαμοθράκη∙ 
Βλέπουμε το καλόν 
Θεσπισμένο στην αγορά. 

Του Φαύνου η σάρκα δε μας ανήκει, 
Μήτε του αγίου τ’ όραμα. 
Αντί όστιας έχουμε τον Τύπο∙ 
Αντί περιτομής την ψήφο. 

Ίσοι κατά το νόμο, οι πάντες, 
Απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο, 
Επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο 
Να μας κυβερνήσει. 

Ω λαμπρέ Απόλλωνα, 
τιν’ άνδρα, τιν’ ήρωα, τίνα θεόν, 
Σε ποιον θεό, άνδρα, ή ήρωα 
Τενεκεδένιο στεφάνι να επιθέσω!



Από το βιβλίο «ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΙΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ», ΕΣΤΙΑ, Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός


Ristorante Verona 

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

ΕΝΑΣ ΑΕΤΟΣ ΗΡΘΕ



Ποίημα του Κνούτ Χάμσουν για τον Αδόλφο Χίτλερ 


Ένας Αετός Ήρθε από τον Ήλιο- 
και πάλι ο θεός Αse, ο Δημιουργός του Κόσμου 
έστειλε έναν άνθρωπο να φέρει την Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη. 
Και πάλι ο κόσμος Τον απέρριψε. 
Εργασία και φροντίδα ήταν όλη η ζωή Του 
- όχι μόνο για τον δικό Του λαό 
αλλά για όλη την Ευρώπη. 
Τότε Αυτός τίναξε τη σκόνη από τις φτερούγες Του 
και επέστρεψε εκεί από όπου ήρθε 
Ο κόσμος δεν ξέρει τι έχασε. 

 - Knut Hamsun -


Ristorante Verona